διαταραχές ούρησης

Λειτουργικές διαταραχές ούρησης

Λειτουργικές διαταραχές ούρησης στα παιδιά

Οι λειτουργικές διαταραχές ούρησης δεν είναι υπόθεση μόνο των ενηλίκων, αλλά απασχολούν και τα παιδιά. Πιο συχνές είναι οι συγγενείς νόσοι του ουροποιητικού συστήματος με τις οποίες γεννιέται ένα παιδί και οι που μπορούν να θεραπευτούν στη βρεφική ή την πρώιμη παιδική ηλικία. Πέραν όμως αυτών, μπορεί η διαταραχή ούρησης να εμφανιστεί όσο το παιδί μεγαλώνει, να είναι δηλαδή επίκτητη.

Η κατάσταση που είναι πιο γνωστή ανάμεσα στις λειτουργικές διαταραχές ούρησης είναι η ενούρηση, μια νυκτερινή ακράτεια που απασχολεί ιδιαίτερα τους γονείς και εντοπίζεται στο 5-10% των παιδιών. Παράλληλα, όμως η γενικότερη δυσλειτουργία της κύστης, με συμπτώματα όπως η έντονη και ξαφνική επιθυμία ούρησης, η συχνουρία και η ακράτεια ούρων, είναι μια κατάσταση που δεν πρέπει οι γονείς να αφήσουν χωρίς έλεγχο και άμεση επίσκεψη στον ουρολόγο.

Λειτουργικές διαταραχές ούρησης, ημερήσια συμπτώματα (LUTS)

Η ημερήσια συμπτωματολογία του κατώτερου ουροποιητικού (LUTS) περιλαμβάνει συμπτώματα, όπως επιτακτικότητα, επιτακτική ακράτεια, αδύναμη ροή, δυσκολία στην έναρξη της ούρησης και ουρολοιμώξεις, χωρίς φανερή ουροπάθεια ή νευροπάθεια.

Ο επιπολασμός κυμαίνεται από 2% έως 20%. Θεωρείται ότι είναι η έκφραση της ανεπαρκούς ή καθυστερημένης ωρίμανσης του συμπλέγματος εξωστήρα – σφιγκτήρα, ο οποίος αποκτάται μεταξύ της ηλικίας των δύο και τριών ετών, ενώ ο νυχτερινός έλεγχος φυσιολογικά επιτυγχάνεται μεταξύ τριών και επτά ετών.

Η διαγνωστική προσέγγιση περιλαμβάνει καταγραφή ιστορικού, κλινική εξέταση, ουρομετρία, υπέρηχο και ημερολόγιο ούρησης.

Η θεραπεία της δυσλειτουργίας του κατώτερου ουροποιητικού (LUTD) συνιστά την αποκατάσταση του κατώτερου ουροποιητικού, γνωστή και ως ουροθεραπεία, (μη-χειρουργική, μη-φαρμακολογική θεραπεία της δυσλειτουργίας του κατώτερου ουροποιητικού). Είναι ένα πολύ ευρύ φάσμα θεραπείας, ενσωματώνοντας πολλές θεραπείες, τόσο από ουρολόγους, όσο και άλλους επαγγελματίες υγείας.

Εκτός από την ουροθεραπεία, υπάρχουν και συγκεκριμένες παρεμβάσεις, που περιλαμβάνουν φυσιοθεραπεία (π.χ. ασκήσεις πυελικού εδάφους), βιοανάδραση, χρήση ξυπνητηριού και νευροδιέγερση, αλλά και φαρμακοθεραπεία.

Μονοσυμπτωματική Ενούρηση

Η ενούρηση αποτελεί μια κατάσταση διαλείπουσας νυκτερινής ακράτειας και είναι αρκετά συχνή στα παιδιά (5-10%). Με οικογενή προδιάθεση και ένα ετήσιο ποσοστό αυτοΪασης της τάξης του 15%, θεωρείται σχετικά καλοήθης κατάσταση. Η νυκτερινή ενούρηση θεωρείται πρωτοπαθής όταν ένα παιδί δεν έχει ήδη παρουσιάσει μια παρατεταμένη περίοδο στεγνών νυκτών. Ο όρος «δευτερογενής νυκτερινή ενούρηση» χρησιμοποιείται όταν ένα παιδί ή ενήλικας ξεκινά να βρέχεται ξανά την νύκτα αφού έχει παραμείνει στεγνός τουλάχιστον για μια περίοδο 6 μηνών.

Η διάγνωση γίνεται με την λήψη ιστορικού. Σε έναν ασθενή με μονοσυμπτωματική ενούρηση, δεν χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Ένα ημερολόγιο ουρήσεων, με καταχωρήσεις ημερήσιας λειτουργίας της κύστης και νυκτερινής παραγωγής ούρων, θα βοηθήσει στην κατεύθυνση της θεραπείας.

Η θεραπεία περιλαμβάνει διατροφικές και ενυδατικές τροποποιήσεις κατά την διάρκεια της ημέρας (μείωση της πρόσληψης υγρών τις ώρες πριν τον ύπνο).

Η χρήση ξυπνητηριού ενούρησης, αλλά και η χορήγηση δεσμοπρεσσίνης ολοκληρώνουν τις θεραπευτικές επιλογές.