Συγγενής υδροκήλη

Συγγενής υδροκήλη

Η υδροκήλη ορίζεται ως η συλλογή υγρού μεταξύ των δύο πετάλων του ιδίου ελυτροειδούς χιτώνα του όρχεως.  Μέσα στο όσχεο ο όρχις περιβάλλεται από μια μικρή ποσότητα υγρού, η οποία συνήθως παραμένει σταθερή.

Όταν αυξάνεται και η περίσσεια δεν απορροφάται, το όσχεο διογκώνεται και προκύπτει η υδροκήλη. Η συγγενής υδροκήλη οφείλεται σε ατελή απόφραξη του ελυτροπεριτοναϊκού πόρου (patent processus vaginalis), ο οποίος μένει ανοιχτός και μετά τη γέννηση του παιδιού.

Η υδροκήλη μπορεί να σχηματιστεί κατά την ενδομήτρια ζωή, είναι πολύ συχνή στα νεογνά και μάλιστα στον πρώτο χρόνο ζωής, ενδέχεται όμως να κάνει την εμφάνισή της και στα μεγαλύτερα αγόρια, ως αποτέλεσμα μιας φλεγμονής, ενός τραυματισμού στους όρχεις ή μετά από μια επέμβαση για τη θεραπεία της κιρσοκήλης. Συνήθως μάλιστα αφορά μόνο τον έναν όρχι, ενώ είναι πιο συχνή σε νεογνά που γεννιούνται πρόωρα.

Ο ελυτροπεριτοναϊκός πόρος διευκολύνει την κάθοδο του όρχεως μέχρι το όσχεο, κάτι που συμβαίνει μέχρι τον ένατο μήνα της κύησης. Συνήθως αυτός ο πόρος κλείνει στο τέλος του ένατου μήνα, ενώ σε ένα πιο περιορισμένο ποσοστό η σύγκλειση γίνεται μετά τη γέννηση εντός των πρώτων 12 μηνών ζωής του παιδιού. Κάποιες φορές όμως μένει ανοιχτός και οδηγεί στην υδροκήλη.

Επικοινωνούσα και κλασική υδροκήλη

Ο διαχωρισμός των δύο αυτών τύπων μπορεί να είναι δύσκολος όταν η υδροκήλη είναι μεγάλη ή αν ο ελυτροπεριτοναϊκός πόρος είναι πολύ λεπτός, είναι όμως απαραίτητο να γίνει, για την βέλτιστη αντιμετώπισή τους.

Κλινικά, η υδροκήλη εκδηλώνεται ως ανώδυνη και ελαστική διόγκωση του σύστοιχου ημιοσχέου. Στην επικοινωνούσα υδροκήλη η διόγκωση αυξάνεται προοδευτικά σε μέγεθος κατά τη διάρκεια της ημέρας, λόγω συλλογής περιτοναϊκού υγρού. Αντίθετα, στην κλασική υδροκήλη δεν παρατηρείται αυτή η αυξομείωση του μεγέθους.

Η διάγνωση της υδροκήλης γίνεται από τον ειδικό ουρολόγο κατά την κλινική εξέταση, η οποία είναι συνήθως αρκετή. Αν χρειαστεί, μπορεί να γίνει και υπερηχογράφημα όρχεων, για να αποκλεισθούν άλλες παθήσεις που μπορεί να προκαλούν την διόγκωση.

Συγγενής υδροκήλη, αντιμετώπιση

Λόγω της μεγάλης πιθανότητας αυτόματης σύγκλεισης του ελυτροπεριτοναϊκού πόρου κατά τη νεογνική και βρεφική ηλικία, η χειρουργική διόρθωση της επικοινωνούσας υδροκήλης θα πρέπει να επιχειρείται μετά τη συμπλήρωση του πρώτου έτους της ζωής, κατά τη διάρκεια του οποίου συστήνεται απλή παρακολούθηση. Γενικά, ενδείξεις χειρουργικής διόρθωσης μιας υδροκήλης αποτελούν: η συνεχής αύξηση του μεγέθους της, ο πόνος, καθώς και η παραμονή της βλάβης σε προχωρημένη ηλικία. Η κύστη του σπερματικού τόνου πρέπει να αφαιρείται όταν δημιουργεί συμπτώματα.

Η χειρουργική επέμβαση πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία μέσω μιας μικρής τομής στη σύστοιχη βουβωνική περιοχή. Κατά τη διάρκειά της εντοπίζεται η ανοιχτή επικοινωνία και συγκλείνεται, ενώ γίνεται και ανασύσταση του κοιλιακού τοιχώματος.

Μετά τη χειρουργική διόρθωση της υδροκήλης, η ανάρρωση είναι ταχεία, με τον ασθενή να παίρνει εξιτήριο την επομένη της επέμβασης. Μετεγχειρητικά το όσχεο πρέπει να διατηρηθεί ψηλά προς τους όρχεις για ένα διάστημα 15 ημερών με ένα ειδικό εσώρουχο.